業ごう

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ぎょう , わざ

  1. 01 κάρμα
  2. 02 αποτέλεσμα του κάρμα κάποιου, μοίρα, πεπρωμένο
  3. 03 ανεξέλεγκτος θυμός

Παραδείγματα

  • 深ふかい業ごうです。

    Είναι βαθύ κάρμα.

  • 人ひとの行おこないが業ごうとなる。

    Οι πράξεις των ανθρώπων γίνονται το κάρμα τους.

  • どれだけ抗あらがっても、結局けっきょくは自分じぶんの業ごうに縛しばられるものだ。

    Όσο κι αν αντιστέκεται κανείς, τελικά δεσμεύεται από το δικό του κάρμα.