きわまりない

επίθημα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίθημα ακραίος, απερίγραπτος, χωρίς όρια (π.χ. αγένεια), ανυπέρβλητος
  2. 02 απέραντος (π.χ. σύμπαν, ωκεανός), απεριόριστος

Παραδείγματα

  • 失礼しつれい態度たいどきわまりない

    Η αγενής συμπεριφορά είναι ανυπόφορη.

  • かれ言動げんどうは、あまりにも非常識ひじょうしききわまりなかった

    Οι πράξεις και τα λόγια του ήταν απίστευτα παράλογα.

  • 今回こんかい対応たいおうまこと遺憾いかんで、その無責任むせきにんさはきわまりないものとわざるをません。

    Η αντιμετώπιση αυτής της περίπτωσης ήταν πραγματικά λυπηρή και η ανευθυνότητά τους ήταν απερίγραπτη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
極まりない
Παρόν (ευγενικό)
極まりないです
Άρνηση (απλή)
極まりなくない
Άρνηση (ευγενική)
極まりなくないです
Παρελθόν (απλό)
極まりなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
極まりなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
極まりなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
極まりなくなかったです
Τε-μορφή
極まりなくて
Υποθετική (ば)
極まりなければ