きわまる

ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φτάνω στα άκρα, φτάνω σε όριο, τερματίζω, τελειώνω
  2. 02 ακραία
  3. 03 βρίσκομαι σε αδιέξοδο, βρίσκομαι σε δίλημμα, είμαι σε απόγνωση
  4. 04 αποφασίζομαι, διευθετούμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
極まる
Παρόν (ευγενικό)
極まります
Άρνηση (απλή)
極まらない
Άρνηση (ευγενική)
極まりません
Παρελθόν (απλό)
極まった
Παρελθόν (ευγενικό)
極まりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
極まらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
極まりませんでした
Τε-μορφή
極まって
Δυνητική
極まれる
Προστακτική
極まれ
Βουλητική
極まろう
Υποθετική (ば)
極まれば