極める
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φτάνω στα άκρα, φτάνω στο τέλος, φτάνω στα όρια
- 02 φτάνω στην κορυφή (π.χ. της πολυτέλειας, των δυσκολιών), είμαι εξαιρετικά (π.χ. απασχολημένος)
- 03 εξαντλώ εντελώς, δεν μου μένει τίποτα (π.χ. να πω)
Παραδείγματα
-
彼は武道を極める。
Αυτός τελειοποιεί τις πολεμικές τέχνες.
-
彼女は料理の道を極めたいと思っている。
Θέλει να τελειοποιήσει την τέχνη της μαγειρικής.
-
彼は若くして、料理の技を極め、独自のスタイルを確立した。
Αυτός στα νιάτα του κατάφερε να τελειοποιήσει τις μαγειρικές του τεχνικές και να καθιερώσει το δικό του μοναδικό στυλ.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 極める
- Παρόν (ευγενικό)
- 極めます
- Άρνηση (απλή)
- 極めない
- Άρνηση (ευγενική)
- 極めません
- Παρελθόν (απλό)
- 極めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 極めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 極めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 極めませんでした
- Τε-μορφή
- 極めて
- Δυνητική
- 極められる
- Προστακτική
- 極めろ
- Βουλητική
- 極めよう
- Υποθετική (ば)
- 極めれば
- Υποθετική (たら)
- 極めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 極めたい
- Απαγορευτική (~な)
- 極めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 極めなさい
- Παθητική
- 極められる
- Αιτιατική
- 極めさせる