槍玉に挙げる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός παίρνω κάποιον στο στόχαστρο, βάζω κάποιον στο μάτι, ασκώ δριμεία κριτική σε κάποιον, στοχοποιώ κάποιον για παραδειγματισμό
- 02 διαπερνώ με λόγχη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 槍玉に挙げる
- Παρόν (ευγενικό)
- 槍玉に挙げます
- Άρνηση (απλή)
- 槍玉に挙げない
- Άρνηση (ευγενική)
- 槍玉に挙げません
- Παρελθόν (απλό)
- 槍玉に挙げた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 槍玉に挙げました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 槍玉に挙げなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 槍玉に挙げませんでした
- Τε-μορφή
- 槍玉に挙げて
- Δυνητική
- 槍玉に挙げられる
- Προστακτική
- 槍玉に挙げろ
- Βουλητική
- 槍玉に挙げよう
- Υποθετική (ば)
- 槍玉に挙げれば
- Υποθετική (たら)
- 槍玉に挙げたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 槍玉に挙げたい
- Απαγορευτική (~な)
- 槍玉に挙げるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 槍玉に挙げなさい
- Παθητική
- 槍玉に挙げられる
- Αιτιατική
- 槍玉に挙げさせる