様さま々ざま

επίθετο, ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διάφορος, ποικίλος, ετερόκλητος, κάθε λογής

Παραδείγματα

  • 様々さまざまな物ものを見みました。

    Είδα διάφορα πράγματα.

  • 様々さまざまな人ひとが、様々さまざまな意見いけんを持もっています。

    Διάφοροι άνθρωποι έχουν διάφορες απόψεις.

  • どのような状況じょうきょうにおいても、物事ものごとに対たいする様々さまざまな考え方かんがえかたやアプローチが存在そんざいします。

    Σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν διάφοροι τρόποι σκέψης και προσεγγίσεις.