様になる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: さまになる
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα φτάνω στο σημείο να, καταλήγω να, αρχίζω να
Παραδείγματα
-
日本語が話せる様になりました。
Έμαθα να μιλάω ιαπωνικά.
-
毎日練習したおかげで、自転車に乗れる様になりました。
Χάρη στην καθημερινή εξάσκηση, έμαθα να κάνω ποδήλατο.
-
初めは全くわからなかった数学の問題も、先生の丁寧な解説のおかげで、一人で解ける様になりました。
Στην αρχή δεν καταλάβαινα καθόλου τα μαθηματικά προβλήματα, αλλά χάρη στη λεπτομερή εξήγηση του δασκάλου, άρχισα να μπορώ να τα λύνω μόνος μου.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 様になる
- Παρόν (ευγενικό)
- 様になります
- Άρνηση (απλή)
- 様にならない
- Άρνηση (ευγενική)
- 様になりません
- Παρελθόν (απλό)
- 様になった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 様になりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 様にならなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 様になりませんでした
- Τε-μορφή
- 様になって
- Δυνητική
- 様になれる
- Προστακτική
- 様になれ
- Βουλητική
- 様になろう
- Υποθετική (ば)
- 様になれば
- Υποθετική (たら)
- 様になったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 様になりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 様になるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 様になりなさい
- Παθητική
- 様になられる
- Αιτιατική
- 様にならせる