よう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στάση αναμονής (κατάσταση, στάση, κ.λπ.), αναμονή εξέλιξης πραγμάτων, παρακολούθηση εξελίξεων (πριν την ανάληψη δράσης)

Κλίση

Παρόν (απλό)
様子見する
Παρόν (ευγενικό)
様子見します
Άρνηση (απλή)
様子見しない
Άρνηση (ευγενική)
様子見しません
Παρελθόν (απλό)
様子見した
Παρελθόν (ευγενικό)
様子見しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
様子見しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
様子見しませんでした
Τε-μορφή
様子見して
Δυνητική
様子見できる
Προστακτική
様子見しろ
Βουλητική
様子見しよう
Υποθετική (ば)
様子見すれば