権兵衛ごんべえ種蒔たねまきゃからすがほじくる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ακύρωση του μόχθου κάποιου, μάταιος κόπος, εργασία χωρίς αντίκρισμα, όταν ο χωρικός σπέρνει τους σπόρους, τα κοράκια έρχονται να τους ξεθάψουν

Κλίση

Παρόν (απλό)
権兵衛が種蒔きゃ烏がほじくる
Παρόν (ευγενικό)
権兵衛が種蒔きゃ烏がほじくります
Άρνηση (απλή)
権兵衛が種蒔きゃ烏がほじくらない
Άρνηση (ευγενική)
権兵衛が種蒔きゃ烏がほじくりません
Παρελθόν (απλό)
権兵衛が種蒔きゃ烏がほじくった
Παρελθόν (ευγενικό)
権兵衛が種蒔きゃ烏がほじくりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
権兵衛が種蒔きゃ烏がほじくらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
権兵衛が種蒔きゃ烏がほじくりませんでした
Τε-μορφή
権兵衛が種蒔きゃ烏がほじくって
Δυνητική
権兵衛が種蒔きゃ烏がほじくれる
Προστακτική
権兵衛が種蒔きゃ烏がほじくれ
Βουλητική
権兵衛が種蒔きゃ烏がほじくろう
Υποθετική (ば)
権兵衛が種蒔きゃ烏がほじくれば