けんおか

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραβιάζω το δικαίωμα κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
権利を侵す
Παρόν (ευγενικό)
権利を侵します
Άρνηση (απλή)
権利を侵さない
Άρνηση (ευγενική)
権利を侵しません
Παρελθόν (απλό)
権利を侵した
Παρελθόν (ευγενικό)
権利を侵しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
権利を侵さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
権利を侵しませんでした
Τε-μορφή
権利を侵して
Δυνητική
権利を侵せる
Προστακτική
権利を侵せ
Βουλητική
権利を侵そう
Υποθετική (ば)
権利を侵せば