横たえる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ξαπλώνω, τοποθετώ οριζόντια
- 02 φέρω στο πλάι (σπαθί, κ.λπ.)
Παραδείγματα
-
子犬をベッドに横たえる。
Ξάπλωσα το κουτάβι στο κρεβάτι.
-
疲れた体を横たえると、すぐに眠りに落ちた。
Μόλις ξάπλωσα το κουρασμένο μου σώμα, αμέσως αποκοιμήθηκα.
-
救助隊は、負傷者を安全な場所にそっと横たえ、応急処置を施した。
Η ομάδα διάσωσης ξάπλωσε απαλά τον τραυματία σε ασφαλές σημείο και του παρείχε τις πρώτες βοήθειες.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 横たえる
- Παρόν (ευγενικό)
- 横たえます
- Άρνηση (απλή)
- 横たえない
- Άρνηση (ευγενική)
- 横たえません
- Παρελθόν (απλό)
- 横たえた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 横たえました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 横たえなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 横たえませんでした
- Τε-μορφή
- 横たえて
- Δυνητική
- 横たえられる
- Προστακτική
- 横たえろ
- Βουλητική
- 横たえよう
- Υποθετική (ば)
- 横たえれば
- Υποθετική (たら)
- 横たえたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 横たえたい
- Απαγορευτική (~な)
- 横たえるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 横たえなさい
- Παθητική
- 横たえられる
- Αιτιατική
- 横たえさせる