よこたわる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξαπλώνω, απλώνω, τεντώνω
  2. 02 ελλοχεύω, κείμαι (ως κίνδυνος, δυσκολία), παραμονεύω, καρτερώ

Παραδείγματα

  • ベッドに横たわるよこたわる

    Ξαπλώνω στο κρεβάτι.

  • みちいぬ横たわってよこたわっていた。

    Ένα σκυλί κειτόταν στον δρόμο.

  • その計画けいかくには様々さまざま困難こんなん横たわってよこたわっている。

    Στο σχέδιο αυτό ελλοχεύουν διάφορες δυσκολίες.

Κλίση

Παρόν (απλό)
横たわる
Παρόν (ευγενικό)
横たわります
Άρνηση (απλή)
横たわらない
Άρνηση (ευγενική)
横たわりません
Παρελθόν (απλό)
横たわった
Παρελθόν (ευγενικό)
横たわりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
横たわらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
横たわりませんでした
Τε-μορφή
横たわって
Δυνητική
横たわれる
Προστακτική
横たわれ
Βουλητική
横たわろう
Υποθετική (ば)
横たわれば