横ばい
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πλάγια κίνηση (π.χ. ενός κάβουρα), πλάγιο βάδισμα
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τζίτζικας των φύλλων (έντομο), γιασίδη
- 03 συντομογραφία συνήθως γραμμένο με κάνα κροταλίας ο κερασφόρος (Crotalus cerastes)
- 04 σταθεροποίηση (τιμών κ.λπ.), εξισορρόπηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 横ばいする
- Παρόν (ευγενικό)
- 横ばいします
- Άρνηση (απλή)
- 横ばいしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 横ばいしません
- Παρελθόν (απλό)
- 横ばいした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 横ばいしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 横ばいしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 横ばいしませんでした
- Τε-μορφή
- 横ばいして
- Δυνητική
- 横ばいできる
- Προστακτική
- 横ばいしろ
- Βουλητική
- 横ばいしよう
- Υποθετική (ば)
- 横ばいすれば
- Υποθετική (たら)
- 横ばいしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 横ばいしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 横ばいするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 横ばいしなさい
- Παθητική
- 横ばいされる
- Αιτιατική
- 横ばいさせる