よこはい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη παραβίαση σειράς προτεραιότητας, σφήνωμα στην ουρά αναμονής

Κλίση

Παρόν (απλό)
横入りする
Παρόν (ευγενικό)
横入りします
Άρνηση (απλή)
横入りしない
Άρνηση (ευγενική)
横入りしません
Παρελθόν (απλό)
横入りした
Παρελθόν (ευγενικό)
横入りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
横入りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
横入りしませんでした
Τε-μορφή
横入りして
Δυνητική
横入りできる
Προστακτική
横入りしろ
Βουλητική
横入りしよう
Υποθετική (ば)
横入りすれば