よこ

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διασχίζω (π.χ. δρόμο), περνώ κάθετα

Παραδείγματα

  • みち横切よこぎります

    Διασχίζω τον δρόμο.

  • 危険きけんなので、くるまないときにだけ線路せんろ横切よこぎってください。

    Επειδή είναι επικίνδυνο, διασχίστε τις ράγες μόνο όταν δεν έρχεται τρένο.

  • かれ突然とつぜんわたしたちのまえ横切よこぎり、あぶなく事故じこになるところでした。

    Ξαφνικά πέρασε μπροστά μας και παραλίγο να γίνει ατύχημα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
横切る
Παρόν (ευγενικό)
横切ります
Άρνηση (απλή)
横切らない
Άρνηση (ευγενική)
横切りません
Παρελθόν (απλό)
横切った
Παρελθόν (ευγενικό)
横切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
横切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
横切りませんでした
Τε-μορφή
横切って
Δυνητική
横切れる
Προστακτική
横切れ
Βουλητική
横切ろう
Υποθετική (ば)
横切れば