横抱き
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 οριζόντιο κράτημα (βρέφους κ.λπ.) στην αγκαλιά, λίκνισμα στην αγκαλιά, κράτημα κάτω από τη μασχάλη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 横抱きする
- Παρόν (ευγενικό)
- 横抱きします
- Άρνηση (απλή)
- 横抱きしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 横抱きしません
- Παρελθόν (απλό)
- 横抱きした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 横抱きしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 横抱きしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 横抱きしませんでした
- Τε-μορφή
- 横抱きして
- Δυνητική
- 横抱きできる
- Προστακτική
- 横抱きしろ
- Βουλητική
- 横抱きしよう
- Υποθετική (ば)
- 横抱きすれば
- Υποθετική (たら)
- 横抱きしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 横抱きしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 横抱きするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 横抱きしなさい
- Παθητική
- 横抱きされる
- Αιτιατική
- 横抱きさせる