よこ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταφορά (εμπορευμάτων, υλικών κ.λπ.)
  2. 02 οριζόντιο κράτημα (π.χ. ενός smartphone)

Κλίση

Παρόν (απλό)
横持ちする
Παρόν (ευγενικό)
横持ちします
Άρνηση (απλή)
横持ちしない
Άρνηση (ευγενική)
横持ちしません
Παρελθόν (απλό)
横持ちした
Παρελθόν (ευγενικό)
横持ちしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
横持ちしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
横持ちしませんでした
Τε-μορφή
横持ちして
Δυνητική
横持ちできる
Προστακτική
横持ちしろ
Βουλητική
横持ちしよう
Υποθετική (ば)
横持ちすれば