おうだん

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διάσχιση (ενός δρόμου, ποταμού κ.λπ.), διέλευση, διασταύρωση (π.χ. σιδηροδρομικής γραμμής)
  2. 02 διάσχιση (ανατολικά-δυτικά), διαπέραση, ταξίδι κατά πλάτος, πτήση πάνω από (π.χ. τον Ειρηνικό), πλεύση κατά πλάτος
  3. 03 οριζόντια κοπή, πλάγια διατομή

Κλίση

Παρόν (απλό)
横断する
Παρόν (ευγενικό)
横断します
Άρνηση (απλή)
横断しない
Άρνηση (ευγενική)
横断しません
Παρελθόν (απλό)
横断した
Παρελθόν (ευγενικό)
横断しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
横断しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
横断しませんでした
Τε-μορφή
横断して
Δυνητική
横断できる
Προστακτική
横断しろ
Βουλητική
横断しよう
Υποθετική (ば)
横断すれば