よこづちにわ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός σπάνιο προετοιμάζω βιαστικά το σπίτι μου για φιλοξενούμενους, καθαρίζω τον κήπο μου με ξύλινο σφυρί

Κλίση

Παρόν (απλό)
横槌で庭を掃く
Παρόν (ευγενικό)
横槌で庭を掃きます
Άρνηση (απλή)
横槌で庭を掃かない
Άρνηση (ευγενική)
横槌で庭を掃きません
Παρελθόν (απλό)
横槌で庭を掃いた
Παρελθόν (ευγενικό)
横槌で庭を掃きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
横槌で庭を掃かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
横槌で庭を掃きませんでした
Τε-μορφή
横槌で庭を掃いて
Δυνητική
横槌で庭を掃ける
Προστακτική
横槌で庭を掃け
Βουλητική
横槌で庭を掃こう
Υποθετική (ば)
横槌で庭を掃けば