よこすべ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλαγιολίσθηση, ολίσθηση στο πλάι
  2. 02 μετακίνηση σε άλλη θέση (στο ίδιο ιεραρχικό επίπεδο), οριζόντια μετακίνηση (σε εταιρεία)
  3. 03 πλάγια ολίσθηση σε πλαγιά

Κλίση

Παρόν (απλό)
横滑りする
Παρόν (ευγενικό)
横滑りします
Άρνηση (απλή)
横滑りしない
Άρνηση (ευγενική)
横滑りしません
Παρελθόν (απλό)
横滑りした
Παρελθόν (ευγενικό)
横滑りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
横滑りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
横滑りしませんでした
Τε-μορφή
横滑りして
Δυνητική
横滑りできる
Προστακτική
横滑りしろ
Βουλητική
横滑りしよう
Υποθετική (ば)
横滑りすれば