横行跋扈
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός ασύδοτος, που δρα ανεξέλεγκτα
- 02 περιφέρομαι κατά βούληση (για κακοποιούς)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 横行跋扈する
- Παρόν (ευγενικό)
- 横行跋扈します
- Άρνηση (απλή)
- 横行跋扈しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 横行跋扈しません
- Παρελθόν (απλό)
- 横行跋扈した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 横行跋扈しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 横行跋扈しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 横行跋扈しませんでした
- Τε-μορφή
- 横行跋扈して
- Δυνητική
- 横行跋扈できる
- Προστακτική
- 横行跋扈しろ
- Βουλητική
- 横行跋扈しよう
- Υποθετική (ば)
- 横行跋扈すれば
- Υποθετική (たら)
- 横行跋扈したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 横行跋扈したい
- Απαγορευτική (~な)
- 横行跋扈するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 横行跋扈しなさい
- Παθητική
- 横行跋扈される
- Αιτιατική
- 横行跋扈させる