樹芸
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 δενδροκομία, καλλιέργεια δέντρων
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 樹芸する
- Παρόν (ευγενικό)
- 樹芸します
- Άρνηση (απλή)
- 樹芸しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 樹芸しません
- Παρελθόν (απλό)
- 樹芸した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 樹芸しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 樹芸しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 樹芸しませんでした
- Τε-μορφή
- 樹芸して
- Δυνητική
- 樹芸できる
- Προστακτική
- 樹芸しろ
- Βουλητική
- 樹芸しよう
- Υποθετική (ば)
- 樹芸すれば
- Υποθετική (たら)
- 樹芸したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 樹芸したい
- Απαγορευτική (~な)
- 樹芸するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 樹芸しなさい
- Παθητική
- 樹芸される
- Αιτιατική
- 樹芸させる