じょうひととなる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιβιβάζομαι σε αεροπλάνο, μπαίνω σε αεροπλάνο

Κλίση

Παρόν (απλό)
機上の人となる
Παρόν (ευγενικό)
機上の人となります
Άρνηση (απλή)
機上の人とならない
Άρνηση (ευγενική)
機上の人となりません
Παρελθόν (απλό)
機上の人となった
Παρελθόν (ευγενικό)
機上の人となりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
機上の人とならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
機上の人となりませんでした
Τε-μορφή
機上の人となって
Δυνητική
機上の人となれる
Προστακτική
機上の人となれ
Βουλητική
機上の人となろう
Υποθετική (ば)
機上の人となれば