げん

ουσιαστικό, επίθετο | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διάθεση, κέφι, ιδιοσυγκρασία
  2. 02 ασφάλεια, υγεία, ευημερία, η κατάσταση κάποιου
  3. 03 σε καλή διάθεση, ευδιάθετος, χαρούμενος, εύθυμος

Παραδείγματα

  • かれ機嫌きげんがいい。

    Είναι σε καλή διάθεση.

  • 今日きょう機嫌きげんわるいので、そっとしておいてください。

    Σήμερα δεν έχω καλή διάθεση, οπότε σας παρακαλώ αφήστε με ήσυχο.

  • あさから機嫌きげんわるかったので、なにかあったのかと心配しんぱいになりました。

    Επειδή ήταν κακόκεφος από το πρωί, ανησύχησα μήπως του είχε συμβεί κάτι.