かいあつか

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χειρίζομαι εργαλείο, λειτουργώ μηχάνημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
機械を扱う
Παρόν (ευγενικό)
機械を扱います
Άρνηση (απλή)
機械を扱わない
Άρνηση (ευγενική)
機械を扱いません
Παρελθόν (απλό)
機械を扱った
Παρελθόν (ευγενικό)
機械を扱いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
機械を扱わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
機械を扱いませんでした
Τε-μορφή
機械を扱って
Δυνητική
機械を扱える
Προστακτική
機械を扱え
Βουλητική
機械を扱おう
Υποθετική (ば)
機械を扱えば