げきばす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκδίδω μανιφέστο, απευθύνω κάλεσμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
檄を飛ばす
Παρόν (ευγενικό)
檄を飛ばします
Άρνηση (απλή)
檄を飛ばさない
Άρνηση (ευγενική)
檄を飛ばしません
Παρελθόν (απλό)
檄を飛ばした
Παρελθόν (ευγενικό)
檄を飛ばしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
檄を飛ばさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
檄を飛ばしませんでした
Τε-μορφή
檄を飛ばして
Δυνητική
檄を飛ばせる
Προστακτική
檄を飛ばせ
Βουλητική
檄を飛ばそう
Υποθετική (ば)
檄を飛ばせば