欠かかす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραλείπω, αμελώ
  2. 02 στερούμαι, αποχωρίζομαι

Παραδείγματα

  • 朝食ちょうしょくを欠かかす。

    Παραλείπω το πρωινό.

  • 毎日まいにちの運動うんどうは健康けんこうのために欠かかせない。

    Η καθημερινή άσκηση είναι απαραίτητη για την υγεία.

  • 彼女かのじょは、どんなに忙いそがしくても毎晩まいばんの読書どくしょを欠かかすことはありません。

    Όσο απασχολημένη κι αν είναι, ποτέ δεν παραλείπει το βραδινό της διάβασμα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
欠かす
Παρόν (ευγενικό)
欠かします
Άρνηση (απλή)
欠かさない
Άρνηση (ευγενική)
欠かしません
Παρελθόν (απλό)
欠かした
Παρελθόν (ευγενικό)
欠かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
欠かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
欠かしませんでした
Τε-μορφή
欠かして
Δυνητική
欠かせる
Προστακτική
欠かせ
Βουλητική
欠かそう
Υποθετική (ば)
欠かせば