けっしつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανεπάρκεια, έλλειψη, απουσία
  2. 02 διαγραφή, διαγραφή γονιδίου, ανεπάρκεια, μεταλλαγή διαγραφής

Κλίση

Παρόν (απλό)
欠失する
Παρόν (ευγενικό)
欠失します
Άρνηση (απλή)
欠失しない
Άρνηση (ευγενική)
欠失しません
Παρελθόν (απλό)
欠失した
Παρελθόν (ευγενικό)
欠失しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
欠失しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
欠失しませんでした
Τε-μορφή
欠失して
Δυνητική
欠失できる
Προστακτική
欠失しろ
Βουλητική
欠失しよう
Υποθετική (ば)
欠失すれば