けっこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακύρωση πτήσης ή θαλάσσιου δρομολογίου

Κλίση

Παρόν (απλό)
欠航する
Παρόν (ευγενικό)
欠航します
Άρνηση (απλή)
欠航しない
Άρνηση (ευγενική)
欠航しません
Παρελθόν (απλό)
欠航した
Παρελθόν (ευγενικό)
欠航しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
欠航しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
欠航しませんでした
Τε-μορφή
欠航して
Δυνητική
欠航できる
Προστακτική
欠航しろ
Βουλητική
欠航しよう
Υποθετική (ば)
欠航すれば