おう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ευρωπαϊκός προσανατολισμός, εκδυτικισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
欧化する
Παρόν (ευγενικό)
欧化します
Άρνηση (απλή)
欧化しない
Άρνηση (ευγενική)
欧化しません
Παρελθόν (απλό)
欧化した
Παρελθόν (ευγενικό)
欧化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
欧化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
欧化しませんでした
Τε-μορφή
欧化して
Δυνητική
欧化できる
Προστακτική
欧化しろ
Βουλητική
欧化しよう
Υποθετική (ば)
欧化すれば