そばだてる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα τεντώνω (τα αυτιά, τα μάτια), στήνω (τα αυτιά μου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
欹てる
Παρόν (ευγενικό)
欹てます
Άρνηση (απλή)
欹てない
Άρνηση (ευγενική)
欹てません
Παρελθόν (απλό)
欹てた
Παρελθόν (ευγενικό)
欹てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
欹てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
欹てませんでした
Τε-μορφή
欹てて
Δυνητική
欹てられる
Προστακτική
欹てろ
Βουλητική
欹てよう
Υποθετική (ば)
欹てれば