欺あざむく

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξαπατώ, ξεγελάω, παραπλανώ, κοροϊδεύω
  2. 02 συγκρίνομαι με, υπερέχω ή ανταγωνίζομαι κάποιον σε μια ιδιότητα (π.χ. τόσο λαμπερός όσο η μέρα)

Παραδείγματα

  • 人ひとを欺あざむくのはいけません。

    Δεν πρέπει να ξεγελάς τους άλλους.

  • 彼かれは私わたしの信頼しんらいを欺あざむき、多額たがくのお金かねを奪うばいました。

    Αυτός με πρόδωσε και μου πήρε πολλά χρήματα.

  • 彼女かのじょの美貌びぼうは夜空よぞらの星々ほしぼしをも欺あざむくほどで、見みる者ものすべてを魅了みりょうしました。

    Η ομορφιά της ήταν τέτοια που επισκίαζε ακόμα και τα αστέρια του νυχτερινού ουρανού, μαγεύοντας όλους όσους την έβλεπαν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
欺く
Παρόν (ευγενικό)
欺きます
Άρνηση (απλή)
欺かない
Άρνηση (ευγενική)
欺きません
Παρελθόν (απλό)
欺いた
Παρελθόν (ευγενικό)
欺きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
欺かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
欺きませんでした
Τε-μορφή
欺いて
Δυνητική
欺ける
Προστακτική
欺け
Βουλητική
欺こう
Υποθετική (ば)
欺けば