うたいだす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεσπώ σε τραγούδι, αρχίζω να τραγουδώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
歌いだす
Παρόν (ευγενικό)
歌いだします
Άρνηση (απλή)
歌いださない
Άρνηση (ευγενική)
歌いだしません
Παρελθόν (απλό)
歌いだした
Παρελθόν (ευγενικό)
歌いだしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
歌いださなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
歌いだしませんでした
Τε-μορφή
歌いだして
Δυνητική
歌いだせる
Προστακτική
歌いだせ
Βουλητική
歌いだそう
Υποθετική (ば)
歌いだせば