歌うたう

ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τραγουδάω
  2. 02 ειδικά ως 歌う, 詠う υμνώ (για αγάπη, ομορφιά κ.λπ.) σε ποίημα, εκφράζω ποιητικά, απαγγέλλω (ένα ποίημα)

Παραδείγματα

  • 彼かれは歌うたを歌うたいます。

    Αυτός τραγουδάει ένα τραγούδι.

  • 皆みんなの前まえで歌うたうのは楽たのしいです。

    Είναι διασκεδαστικό να τραγουδάω μπροστά σε όλους.

  • 悲かなしい時ときでも、好すきな歌うたを歌うたうと心こころが少すこし軽かるくなります。

    Ακόμη κι όταν είμαι στενοχωρημένος, αν τραγουδήσω το αγαπημένο μου τραγούδι, νιώθω την ψυχή μου να ελαφραίνει κάπως.

Κλίση

Παρόν (απλό)
歌う
Παρόν (ευγενικό)
歌います
Άρνηση (απλή)
歌わない
Άρνηση (ευγενική)
歌いません
Παρελθόν (απλό)
歌った
Παρελθόν (ευγενικό)
歌いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
歌わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
歌いませんでした
Τε-μορφή
歌って
Δυνητική
歌える
Προστακτική
歌え
Βουλητική
歌おう
Υποθετική (ば)
歌えば