ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: さす

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σταματώ, παύω, διακόπτω, εγκαταλείπω, παρατάω

Κλίση

Παρόν (απλό)
止す
Παρόν (ευγενικό)
止します
Άρνηση (απλή)
止さない
Άρνηση (ευγενική)
止しません
Παρελθόν (απλό)
止した
Παρελθόν (ευγενικό)
止しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
止さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
止しませんでした
Τε-μορφή
止して
Δυνητική
止せる
Προστακτική
止せ
Βουλητική
止そう
Υποθετική (ば)
止せば