止まない
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα πάντα, αιώνια, διαρκώς
- 02 πάρα πολύ, έντονα (ιδίως για ελπίδες και επιθυμίες)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 止まない
- Παρόν (ευγενικό)
- 止まないです
- Άρνηση (απλή)
- 止まなくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 止まなくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 止まなかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 止まなかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 止まなくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 止まなくなかったです
- Τε-μορφή
- 止まなくて
- Υποθετική (ば)
- 止まなければ
- Υποθετική (たら)
- 止まなかったら