Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
止むに止まれず
止
止
や
むに
止
や
まれず
άλλο
|
Μετάφραση από
JMdict
01
συνήθως γραμμένο με κάνα
χωρίς να μπορεί κάποιος να συγκρατηθεί, παρά τη θέλησή του, επιτακτικός, πιεστικός, ακατανίκητος