Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
止めくぎ
とめくぎ
止
止
と
めくぎ
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
πείρος ασφάλισης, στοπ, καρφί