止めておく
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αποφεύγω, αρνούμαι, προσπερνώ
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα σταματώ, διακόπτω για σήμερα, αφήνω το θέμα να πέσει κάτω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 止めておく
- Παρόν (ευγενικό)
- 止めておきます
- Άρνηση (απλή)
- 止めておかない
- Άρνηση (ευγενική)
- 止めておきません
- Παρελθόν (απλό)
- 止めておいた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 止めておきました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 止めておかなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 止めておきませんでした
- Τε-μορφή
- 止めておいて
- Δυνητική
- 止めておける
- Προστακτική
- 止めておけ
- Βουλητική
- 止めておこう
- Υποθετική (ば)
- 止めておけば
- Υποθετική (たら)
- 止めておいたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 止めておきたい
- Απαγορευτική (~な)
- 止めておくな
- Προστακτική (ευγενική)
- 止めておきなさい
- Παθητική
- 止めておかれる
- Αιτιατική
- 止めておかせる