止めになる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εγκαταλείπομαι, διακόπτομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 止めになる
- Παρόν (ευγενικό)
- 止めになります
- Άρνηση (απλή)
- 止めにならない
- Άρνηση (ευγενική)
- 止めになりません
- Παρελθόν (απλό)
- 止めになった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 止めになりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 止めにならなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 止めになりませんでした
- Τε-μορφή
- 止めになって
- Δυνητική
- 止めになれる
- Προστακτική
- 止めになれ
- Βουλητική
- 止めになろう
- Υποθετική (ば)
- 止めになれば
- Υποθετική (たら)
- 止めになったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 止めになりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 止めになるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 止めになりなさい
- Παθητική
- 止めになられる
- Αιτιατική
- 止めにならせる