すい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακίνητο νερό, στάσιμο νερό
  2. 02 διακοπή της ροής του νερού

Κλίση

Παρόν (απλό)
止水する
Παρόν (ευγενικό)
止水します
Άρνηση (απλή)
止水しない
Άρνηση (ευγενική)
止水しません
Παρελθόν (απλό)
止水した
Παρελθόν (ευγενικό)
止水しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
止水しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
止水しませんでした
Τε-μορφή
止水して
Δυνητική
止水できる
Προστακτική
止水しろ
Βουλητική
止水しよう
Υποθετική (ば)
止水すれば