せいちゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: しょうなか

  1. 01 μέσο, κέντρο
  2. 02 αμεροληψία
  3. 03 κορύφωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
正中する
Παρόν (ευγενικό)
正中します
Άρνηση (απλή)
正中しない
Άρνηση (ευγενική)
正中しません
Παρελθόν (απλό)
正中した
Παρελθόν (ευγενικό)
正中しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
正中しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
正中しませんでした
Τε-μορφή
正中して
Δυνητική
正中できる
Προστακτική
正中しろ
Βουλητική
正中しよう
Υποθετική (ば)
正中すれば