せいてん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κανονικοποίηση (με την κειμενική έννοια)

Κλίση

Παρόν (απλό)
正典化する
Παρόν (ευγενικό)
正典化します
Άρνηση (απλή)
正典化しない
Άρνηση (ευγενική)
正典化しません
Παρελθόν (απλό)
正典化した
Παρελθόν (ευγενικό)
正典化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
正典化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
正典化しませんでした
Τε-μορφή
正典化して
Δυνητική
正典化できる
Προστακτική
正典化しろ
Βουλητική
正典化しよう
Υποθετική (ば)
正典化すれば