せいじょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξομάλυνση

Κλίση

Παρόν (απλό)
正常化する
Παρόν (ευγενικό)
正常化します
Άρνηση (απλή)
正常化しない
Άρνηση (ευγενική)
正常化しません
Παρελθόν (απλό)
正常化した
Παρελθόν (ευγενικό)
正常化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
正常化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
正常化しませんでした
Τε-μορφή
正常化して
Δυνητική
正常化できる
Προστακτική
正常化しろ
Βουλητική
正常化しよう
Υποθετική (ば)
正常化すれば