せいとう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δικαιολόγηση, αιτιολόγηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
正当化する
Παρόν (ευγενικό)
正当化します
Άρνηση (απλή)
正当化しない
Άρνηση (ευγενική)
正当化しません
Παρελθόν (απλό)
正当化した
Παρελθόν (ευγενικό)
正当化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
正当化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
正当化しませんでした
Τε-μορφή
正当化して
Δυνητική
正当化できる
Προστακτική
正当化しろ
Βουλητική
正当化しよう
Υποθετική (ば)
正当化すれば