しょううしな

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χάνω τα λογικά μου, τρελαίνομαι, παραφρονώ
  2. 02 χάνω τις αισθήσεις μου, λιποθυμώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
正気を失う
Παρόν (ευγενικό)
正気を失います
Άρνηση (απλή)
正気を失わない
Άρνηση (ευγενική)
正気を失いません
Παρελθόν (απλό)
正気を失った
Παρελθόν (ευγενικό)
正気を失いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
正気を失わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
正気を失いませんでした
Τε-μορφή
正気を失って
Δυνητική
正気を失える
Προστακτική
正気を失え
Βουλητική
正気を失おう
Υποθετική (ば)
正気を失えば