せい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοιτάζω κατάματα, ατενίζω ευθέως
  2. 02 αντιμετωπίζω κατάματα (π.χ. ένα πρόβλημα), αντικρίζω (π.χ. την αλήθεια)
  3. 03 φυσιολογική όραση, εμμετρωπία

Κλίση

Παρόν (απλό)
正視する
Παρόν (ευγενικό)
正視します
Άρνηση (απλή)
正視しない
Άρνηση (ευγενική)
正視しません
Παρελθόν (απλό)
正視した
Παρελθόν (ευγενικό)
正視しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
正視しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
正視しませんでした
Τε-μορφή
正視して
Δυνητική
正視できる
Προστακτική
正視しろ
Βουλητική
正視しよう
Υποθετική (ば)
正視すれば