άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο εκπαιδεύομαι στις πολεμικές τέχνες

Κλίση

Παρόν (απλό)
武を練る
Παρόν (ευγενικό)
武を練ります
Άρνηση (απλή)
武を練らない
Άρνηση (ευγενική)
武を練りません
Παρελθόν (απλό)
武を練った
Παρελθόν (ευγενικό)
武を練りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
武を練らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
武を練りませんでした
Τε-μορφή
武を練って
Δυνητική
武を練れる
Προστακτική
武を練れ
Βουλητική
武を練ろう
Υποθετική (ば)
武を練れば