あるつかれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κουράζομαι από το περπάτημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
歩き疲れる
Παρόν (ευγενικό)
歩き疲れます
Άρνηση (απλή)
歩き疲れない
Άρνηση (ευγενική)
歩き疲れません
Παρελθόν (απλό)
歩き疲れた
Παρελθόν (ευγενικό)
歩き疲れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
歩き疲れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
歩き疲れませんでした
Τε-μορφή
歩き疲れて
Δυνητική
歩き疲れられる
Προστακτική
歩き疲れろ
Βουλητική
歩き疲れよう
Υποθετική (ば)
歩き疲れれば