あゆ

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περπατάω, βαδίζω
  2. 02 ακολουθώ (έναν δρόμο), πορεύομαι, ζω (μια ζωή), βιώνω
  3. 03 προχωράω προς, οδεύω, βαδίζω, ξεκινάω

Παραδείγματα

  • ゆめかってあゆ

    Βαδίζω προς το όνειρό μου.

  • どんな困難こんなんがあっても、自分じぶんしんじるみちあゆつづける。

    Όσες δυσκολίες κι αν υπάρξουν, θα συνεχίσω να βαδίζω στον δρόμο που πιστεύω.

  • 先人せんじんたちがきずげた歴史れきしうえを、わたしたちはあらたな時代じだい創造そうぞうしながらともあゆんでいく。

    Πάνω στην ιστορία που έχτισαν οι πρόγονοί μας, εμείς θα πορευτούμε μαζί, δημιουργώντας μια νέα εποχή.

Κλίση

Παρόν (απλό)
歩む
Παρόν (ευγενικό)
歩みます
Άρνηση (απλή)
歩まない
Άρνηση (ευγενική)
歩みません
Παρελθόν (απλό)
歩んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
歩みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
歩まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
歩みませんでした
Τε-μορφή
歩んで
Δυνητική
歩める
Προστακτική
歩め
Βουλητική
歩もう
Υποθετική (ば)
歩めば